Εναλλακτικές λύσεις !!

Αν προτιμάτε τα πεζά μπορείτε να βρείτε κείμενα της καθημερινότητας στο www.gerimitiis.blogspot.com
και πεζά-διηγήματα στο
www.gpointsnovel.blogspot.com

.

Τι δεν είναι και τι είναι η ποιηματοποίηση ;


Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.

Εισαγωγή



Ποίηση


πρέπουσα και αρμόζουσα

που να κυλάει φυσικά και όχι παραφύσει


αισθαντική και έμμετρη

σατιρική και πρόζα

και ελαφρά και λόγια




Η τοποθέτησή μου
( Αιώνιος Αχιλλεύς )



Από την ραψωδία Ι της Ιλιάδας, αιώνια επίκαιρον εις τον κοινωνικόν και διαδικτυακόν κόσμον


χρή μεν δε τον μύθον απηλεγέως αποειπείν,
ήιπερ δε φρονέω τε και ως τετελεσμένον έσται,
ως μη μοι τρύζητε παρήμενοι άλλοθεν άλλος.
εχθρός γαρ μοι κείνος ομώς Αΐδαο πύληισιν
ός χ' έτερον μεν κεύθη ενί φρεσίν, άλλο δε είπηι .
αυτάρ εγών ερέω ως μοι δοκεί είναι άριστα·

ίσια θα ειπώ και καθαρά την ομιλίαν όλην,
καθώς φρονώ και ασάλευτη θα μείν’ η θέλησίς μου,
ώστε να μην προσκλαίεσθε καθήμενοι σιμά μου.
Ότι μου είναι μισητός, όσο του Άδ’ οι πύλες,
κείνος που κρύβει άλλο στον νουν και άλλο στο χείλος έχει.
Και ό,τι εγώ κρίν’ ορθότερον θα ειπώ

Μετάφραση Ι. Πολυλά



Η αιτία (Παμμήτωρ Νυξ)


Οι ποιητές γεννιώνται νύχτα.

Ακόμη και οι ποιητές των όλων...


Την ειδε. Γύρισε το κεφάλι του στον ουρανό και την είδε. Αρχικά δεν το πίστευε, μα ούτε και μετά το πίστευε πάλι! Αρχικά γιατί δεν το περίμενε και μετά γιατί δεν ήταν όπως την περίμενε.

Η έμπνευση του, η μούσα του πετούσε ανάμεσα στ’ αστέρια...

Οχι σαν διαστημόπλοιο, όχι σαν άγγελος μα σαν γριά μάγισσα επάνω σε σκουπόξυλο. Και όσο έβλεπε καλύτερα τα ξεβαμμένα της μαλλιά, τα μισοτριμμένα της ρούχα, το θλιβερό καπέλλο, τα ξυπόλητα πόδια τόσο πιο σίγουρος αιαθανότανε πως δεν είχε γελαστεί. Αυτή ήταν, του άρεσε-δεν του άρεσε, αυτή ήταν η μούσα του.

Το μόνο που δεν καταλάβαινε ήταν αυτό το μικρό σπιτάκι στην άκρη του κονταριού της σκούπας. Ηταν ένα μικρό σπιτάκι με μιά μικροσκοπική αυλίτσα και εκεί δυό ακόμα πιό μικροσκοπικά ανθρωπάκια να παλεύουνε και να βγάζουνε τα μάτια τους. Κοιτώντας πιό καλά τους αναγνώρισε ήταν ο ρίτσος κι’ ο καβάφης που παλεύανε ποιος θ’ ανεβεί πρώτος στο κυπαρίσσι της αυλής.

Οι κάμπιες κατηφορίζανε ήδη από αυτό και διέσχιζαν τα πράσινα πλακάκια της αυλής γυρεύοντας λίγο χώμα. Το φεγγάρι του ουρανού έγινε το φεγγάρι της μικρής αυλής, προσαρμόστηκε στον καινούργιο του ρόλο, τ’ αστέρια συμπυκνώθηκαν κι’ έλαμψαν ακόμη περισσότερο στον μικρούλη ουρανό της αυλής. Ηταν μια όμορφη εικόνα αλλά η μούσα του δεν φαινόταν πια. Σύννεφα κάλυψαν τον υπόλοιπο ουρανό, το σπιτάκι άρχισε να φαίνεται σαν φάτνη κι΄ο ρίτσος με τον καβάφη σαν δυό μικροί χριστούληδες. Υπήρχαν πολλά άσπρα προβατάκια τριγύρω κι’ ενα μικρό μαύρο αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Ισως να υπήρχε κι’ ένας γάϊδαρος, δεν φαινότανε καλά - ήταν πολύ χοντροί οι μάγοι. Γύρω γύρω από τη φάτνη όμως δεν πετούσαν αγγελάκια αλλά μικρές μάγισσες με σκουπόξυλα. Μα καμμιά τους δεν ήταν η μούσα του, ήταν εντελώς σίγουρος αυτή την φορά.

Πιό πέρα οι κάμπιες άρχισαν να μεταμορφώνονται σε πεταλούδες.


Η αφορμή

( Η έννοια της ημέρας αλλά και της νύχτας προκαλούνται από την περιστροφή της γης )


Θεωρώ κορύφωση της ανθρώπινης δημιουργίας τις όπερες. Στην προσπάθεια να απολαύσω την όπερα απ’ όλες τις πλευρές προσπάθησα να προσεγγίσω την δημιουργία ενός θεατρικού έργου, την δημιουργία ενός διηγήματος και την μετατροπή του σε λιμπρέττο καθώς και την σύνθεση τραγουδιών. Στην προσπάθεια αυτή προέκυψαν τα ποιήματα που θα βρείτε στο παρόν πόνημα.

Δεν αποτελούν φυσικά μιά ενότητα αλλά ένα περίπατο στο χώρο της ποίησης. Σ’ ολόκληρο το χώρο, της ρίμας, του τραγουδιού, του συμπυκνωμένου πεζού.

Γιατί το ένα βοηθάει τ’ άλλο. Γιατί έτσι εκφράζεται καλύτερα και πιό πηγαία αυτό που έχει μέσα του ο δημιουργός, αντί να προπσπαθεί να το εντάξει σε κάποια φόρμα.

Ασχολήθηκα σχεδόν με όλα τα είδη ποίησης. Οι διαφορές στα βασικά είδη είναι μικρές : στο πεζό το πας εσύ, στη ρίμα σε πάει η ομοιοκαταληξία, στο τραγούδι σε πάει η μελωδία που φαντάζεσαι. Ισως όταν σε πάνε να «βγαίνει» πιό προσωπικό από το να το πηγαίνεις εσύ.

Αβυσσος οι σκέψεις του ανθρώπου. Οταν κάποιες μπορέσουν να βγούνε στο χαρτί, νέες ιδέες και συναισθήματα προκαλούνται στους αναγνώστες. Αυτή είναι η προσφορά του ποιητή.




Αντί προλόγου

από το Αλφα έως το Ωμέγα

Αν
Βρεθούν
Γραφιάδες
Δύσπιστοι
Ενώ
Ζωηρές
Ηττοπαθείς
Θρασύτατες
Ιστορίες
Καταγράφεις
Λατρεύοντας
Μια
Νεα
Ξαφνιάζουσα
Ομορφη
Ποίηση
Ρώτα
Σιγά
Τους
Υψηλόφρονες
Φρακοφορεμένους
"Ψάχνεστε
Ωρα ;"


Καλή σας ανάγνωση
gpoint

.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Ονειρο από σένα

 Ενα όνειρο από σένα, βελτιωμένη και επηυξημένη έκδοση...

Ενα όνειρο
σταλμένο από σένα
και καλοδιπλωμένο 
σαν χαρτομάντηλο.
ειν' όλα όσα είχα κι έχω
όλα που γίνονται εσύ
.
Σκέψη που να μ' αφήσει δεν μπορεί,
πάντα σ' ένα παγκάκι ξύλινο στο πάρκο
μ' ένα μήλο λειψό, δαγκωμένο
κι' ένα φιλί
πρώτο φιλί στο μάγουλο.

Μετά κενό και τσόφλια λιόσπορο παντού
 .
Πόσο ν’ αντέξω ακόμα, μοναξιά
όλα που είχα κι έχω είναι ένα
και μόνο όνειρο
από εσένα

Σαν όλα έγιναν εσύ
σαν όλα γίναν όνειρο 
μ' αποστολέα  εσένα
ήρθε ένα μέιλ 
στο γιαχού των αισθημάτων
με πρόσβαση
σε όλους ανοικτή 

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Ο κ.Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο

Γ. Σεφέρης

 

1.

Μα τί έχει αυτός ο άνθρωπος;  
Όλο το απόγεμα (χτες προχτές και σήμερα) κάθεται με τα μάτια καρφωμένα σε μια φλόγα
σκόνταψε πάνω μου το βράδυ καθώς κατέβαινε τη σκάλα μού είπε:
«Το κορμί πεθαίνει το νερό θολώνει η ψυχή διστάζει  
κι ο αγέρας ξεχνάει όλο ξεχνάει
μα η φλόγα δεν αλλάζει»
Μου είπε ακόμη:
«Ξέρετε αγαπώ μια γυναίκα που έφυγε ίσως στον κάτω κόσμο·   
δεν είναι γι’ αυτό που φαίνομαι τόσο ερημωμένος  
προσπαθώ να κρατηθώ από μια φλόγα  
γιατί δεν αλλάζει».  
Ύστερα μου διηγήθηκε την ιστορία του.

2. ΠΑΙΔΙ

Όταν άρχισα να μεγαλώνω με βασάνιζαν τα δέντρα
γιατί χαμογελάτε; πήγε ο νους σας στην άνοιξη που είναι  
σκληρή για τα μικρά παιδιά; μ’ άρεσαν πολύ τα πράσινα φύλλα
νομίζω πως έμαθα λίγα γράμματα γιατί το στουπόχαρτο
πάνω στο θρανίο μου ήταν κι εκείνο πράσινο
με βασάνιζαν οι ρίζες των δέντρων όταν μέσα στη ζεστασιά  
του χειμώνα ερχόντανε να τυλιχτούν γύρω στο κορμί μου
δεν έβλεπα άλλα όνειρα σαν ήμουν παιδί·
έτσι γνώρισα το κορμί μου.



3. ΈΦΗΒΟΣ

Το καλοκαίρι στα δεκαέξι μου χρόνια τραγούδησε μια ξένη φωνή μέσα στ’ αυτιά μου  
ήταν θυμούμαι στην ακροθαλασσιά, ανάμεσα στα κόκκινα δίχτυα και μια βάρκα ξεχασμένη στην άμμο, σκελετός  
δοκίμασα να την πλησιάσω τη φωνή εκείνη βάζοντας την ακοή μου πάνω στην άμμο  
η φωνή χάθηκε  μα ένα πεφταστέρι  
σα να ’βλεπα για πρώτη φορά ένα πεφταστέρι
και στα χείλια η αρμύρα του κυμάτου.  
Τη νύχτα εκείνη δεν ήρθαν πια οι ρίζες των δέντρων.  
Την άλλη μέρα ένα ταξίδι ανοίχτηκε μέσα στο νου μου κι έκλεισε πάλι σα ζωγραφισμένο βιβλίο·  
συλλογίστηκα να πηγαίνω κάθε βράδυ στ’ ακρογιάλι  
να μάθω πρώτα τ’ ακρογιάλι κι έπειτα να πάρω το πέλαγο·  
την τρίτη μέρα αγάπησα μια κοπέλα πάνω σε μια κορφή  
είχε ένα άσπρο σπιτάκι σα ρημοκλήσι  
μια γριά μάνα στο παραθύρι με σκυμμένα γυαλιά πάνω σε βελόνες, πάντα σιωπηλή  
μια γλάστρα βασιλικό μια γλάστρα γαρούφαλα  
την έλεγαν νομίζω Βάσω Φρόσω ή Μπίλιω·
έτσι ξέχασα τη θάλασσα.
Μια Δευτέρα του Οχτώβρη  
βρήκα μια σπασμένη στάμνα μπροστά στο άσπρο σπιτάκι  
η Βάσω (για συντομία) φάνηκε μ’ ένα μαύρο 
φουστάνι αχτένιστα μαλλιά και κόκκινα μάτια όταν τη ρώτησα:  
«Πέθανε, ο γιατρός λέει πέθανε γιατί δε σφάξαμε το μαύρο  
κόκορα στα θεμέλια… πού να βρεθεί μαύρος κόκορας  
εδώ πέρα… μονάχα άσπρα κοπάδια… και τα πουλιά  
τα πουλούν μαδημένα στην αγορά».  
Δε φανταζόμουνα έτσι τη θλίψη και το θάνατο έφυγα και ξαναγύρισα στη θάλασσα.   
Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα του «Αϊ-Νικόλα» ονειρεύτηκα μια παμπάλαιη ελιά να δακρύζει.



4. ΠΑΛΙΚΑΡΙ

Ταξίδεψα ένα χρόνο με τον Καπετάν Δυσσέα  
ήμουν καλά  
στην καλοκαιριά βολευόμουνα στην πλώρη πλάι στη γοργόνα  
τραγουδούσα τα κόκκινα χείλια της κοιτάζοντας τα χελιδονόψαρα,   
στη φουρτούνα τρύπωνα σε μια γωνιά στ’ αμπάρι μαζί με το καραβόσκυλο που με ζέσταινε.  
Σα βγήκε ο χρόνος είδα ένα πρωί μιναρέδες
ο ναύκληρος μου είπε: «Είναι η Αγια-Σοφιά, θα σε πάω το βράδυ στις γυναίκες».
Έτσι γνώρισα τις γυναίκες που φορούν μονάχα κάλτσες
εκείνες που διαλέγουμε, μάλιστα.
Ήταν ένας περίεργος τόπος  
ένα περιβόλι με δυο καρυδιές μια δράνα ένα πηγάδι  
τριγύρω ο τοίχος με σπασμένα γυαλιά στην άκρη
ένα αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».  
Τότες είδα για πρώτη μου φορά μια καρδιά  
τρυπημένη με τη γνωστή σαΐτα  
ζωγραφισμένη στον τοίχο με κάρβουνο.  
Είδα τα φύλλα της κληματαριάς 
κίτρινα πεσμένα χάμω ]
κολλημένα στις πλάκες στη φτωχή λάσπη  
κι έκανα ένα βήμα να πάω πίσω στο καράβι.
Τότες ο ναύκληρος μ’ άρπαξε από το γιακά και με πέταξε μέσα στο πηγάδι·
το ζεστό νερό και τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα…  
Έπειτα το κορίτσι μού είπε παίζοντας απρόσεχτα με το δεξί του στήθος:  
  «Είμαι από τη Ρόδο, με αρρεβώνιασαν 13 χρονώ για 100 παράδες».
Και τ’ αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».  
Θυμήθηκα τη σπασμένη στάμνα μέσα στο δροσερό απομεσήμερο και συλλογίστηκα·  
«Θα πεθάνει κι αυτή, πώς θα πεθάνει;»  
Της είπα μονάχα   
«Πρόσεξε θα το χαλάσεις είναι η ζωή σου».  
Το βράδυ στο καράβι δε βάσταξα να σιμώσω τη γοργόνα, τη ντρεπόμουνα.



5. ΆΝΤΡΑΣ

Από τότες είδα πολλά καινούρια τοπία· 
πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, 
τον άνθρωπο με το σπόρο, 
μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία· πλατάνια και έλατα· 
λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους 
γιατί έχασαν τη φωνή τους — σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφός μου, 
ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, 
καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, 
και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, 
σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ
Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα· τη θαύμαζε πολύς λαός. 
Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου
Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο
Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη
σ’ ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. 
Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του  
μ’ ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι.
Αυτός ο κύριος της «Αναγέννησης» μ’ έμαθε 
να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία…
 
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.  
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.  
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.  
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.  
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.  
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

 
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τί δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τί κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τί μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει· α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούργιο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα· ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τί πρέπει να πω ή τί πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα ’ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ’ έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.

 
Ποιός θα μας βοηθούσε; Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μού έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι, που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπαχτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σ’ όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν’ ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ’ ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιληθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πώς είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου…

 
Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνουνται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούριος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.

 
Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο.
 
Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932


 

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Σταβέντο

Sotto vento


Αναζητώντας σύνδεση
του υπολογιστή
μια που δεν με συνδέσανε
σε ίντερνετ γραμμή
εβγήκα με το λάπτοπ μου
να ψάξω στην αυλή
μήπως πετύχω γείτονος
ελεύθερη γραμμή

Το σήμα ήταν αδύνατο
έψαχνα για κρεσέντο
και βρήκα το πιο ισχυρό
εκει που ήταν σταβέντο
σε μια γωνιά του μπαλκονιού
κλεισμένη πέρα ως πέρα
σταφύλια κι' αμπελλόφυλα
να κόβουν τον αέρα

Σταβέντο είν’ το υπήνεμον
Σε γλώσσα ναυτική
Και σόττο βέντο λέγεται
Εις την ιταλική

Αντιστοιχεί στη μια μεριά
σε πλοία ή σε νησιά
Η άλλη λέγεται σοφράν
Όπου ο άνεμος φυσά

Ω καταιγίδες μπόλικες
Υπήρξαν στην ζωή μου
Και σε σταβέντο θάθελα
Ν’ αράξει η ψυχή μου

Ποιος ξέρει αν η μοίρα μου
Απόψε δεν θα αλλάξει
Και σε σταβέντο στεριανό
Καφέ θα με κεράσει

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Περίπατος




"ποιητής"......ποιητής......άλλος ποιητής....




 

Πίσω από τον Ερωτα

βαθιά μέσα στο δάσος


είναι τα μάτια


της αθώας νύχτας

Νύχτα είναι μιά κατάσταση στη Γη, της αιώνιας μέρας στο Διάστημα."