Εναλλακτικές λύσεις !!

Αν προτιμάτε τα πεζά μπορείτε να βρείτε κείμενα της καθημερινότητας στο www.gerimitiis.blogspot.com
και πεζά-διηγήματα στο
www.gpointsnovel.blogspot.com

.

Τι δεν είναι και τι είναι η ποιηματοποίηση ;


Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.

Εισαγωγή



Ποίηση


πρέπουσα και αρμόζουσα

που να κυλάει φυσικά και όχι παραφύσει


αισθαντική και έμμετρη

σατιρική και πρόζα

και ελαφρά και λόγια




Η τοποθέτησή μου
( Αιώνιος Αχιλλεύς )



Από την ραψωδία Ι της Ιλιάδας, αιώνια επίκαιρον εις τον κοινωνικόν και διαδικτυακόν κόσμον


χρή μεν δε τον μύθον απηλεγέως αποειπείν,
ήιπερ δε φρονέω τε και ως τετελεσμένον έσται,
ως μη μοι τρύζητε παρήμενοι άλλοθεν άλλος.
εχθρός γαρ μοι κείνος ομώς Αΐδαο πύληισιν
ός χ' έτερον μεν κεύθη ενί φρεσίν, άλλο δε είπηι .
αυτάρ εγών ερέω ως μοι δοκεί είναι άριστα·

ίσια θα ειπώ και καθαρά την ομιλίαν όλην,
καθώς φρονώ και ασάλευτη θα μείν’ η θέλησίς μου,
ώστε να μην προσκλαίεσθε καθήμενοι σιμά μου.
Ότι μου είναι μισητός, όσο του Άδ’ οι πύλες,
κείνος που κρύβει άλλο στον νουν και άλλο στο χείλος έχει.
Και ό,τι εγώ κρίν’ ορθότερον θα ειπώ

Μετάφραση Ι. Πολυλά



Η αιτία (Παμμήτωρ Νυξ)


Οι ποιητές γεννιώνται νύχτα.

Ακόμη και οι ποιητές των όλων...


Την ειδε. Γύρισε το κεφάλι του στον ουρανό και την είδε. Αρχικά δεν το πίστευε, μα ούτε και μετά το πίστευε πάλι! Αρχικά γιατί δεν το περίμενε και μετά γιατί δεν ήταν όπως την περίμενε.

Η έμπνευση του, η μούσα του πετούσε ανάμεσα στ’ αστέρια...

Οχι σαν διαστημόπλοιο, όχι σαν άγγελος μα σαν γριά μάγισσα επάνω σε σκουπόξυλο. Και όσο έβλεπε καλύτερα τα ξεβαμμένα της μαλλιά, τα μισοτριμμένα της ρούχα, το θλιβερό καπέλλο, τα ξυπόλητα πόδια τόσο πιο σίγουρος αιαθανότανε πως δεν είχε γελαστεί. Αυτή ήταν, του άρεσε-δεν του άρεσε, αυτή ήταν η μούσα του.

Το μόνο που δεν καταλάβαινε ήταν αυτό το μικρό σπιτάκι στην άκρη του κονταριού της σκούπας. Ηταν ένα μικρό σπιτάκι με μιά μικροσκοπική αυλίτσα και εκεί δυό ακόμα πιό μικροσκοπικά ανθρωπάκια να παλεύουνε και να βγάζουνε τα μάτια τους. Κοιτώντας πιό καλά τους αναγνώρισε ήταν ο ρίτσος κι’ ο καβάφης που παλεύανε ποιος θ’ ανεβεί πρώτος στο κυπαρίσσι της αυλής.

Οι κάμπιες κατηφορίζανε ήδη από αυτό και διέσχιζαν τα πράσινα πλακάκια της αυλής γυρεύοντας λίγο χώμα. Το φεγγάρι του ουρανού έγινε το φεγγάρι της μικρής αυλής, προσαρμόστηκε στον καινούργιο του ρόλο, τ’ αστέρια συμπυκνώθηκαν κι’ έλαμψαν ακόμη περισσότερο στον μικρούλη ουρανό της αυλής. Ηταν μια όμορφη εικόνα αλλά η μούσα του δεν φαινόταν πια. Σύννεφα κάλυψαν τον υπόλοιπο ουρανό, το σπιτάκι άρχισε να φαίνεται σαν φάτνη κι΄ο ρίτσος με τον καβάφη σαν δυό μικροί χριστούληδες. Υπήρχαν πολλά άσπρα προβατάκια τριγύρω κι’ ενα μικρό μαύρο αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Ισως να υπήρχε κι’ ένας γάϊδαρος, δεν φαινότανε καλά - ήταν πολύ χοντροί οι μάγοι. Γύρω γύρω από τη φάτνη όμως δεν πετούσαν αγγελάκια αλλά μικρές μάγισσες με σκουπόξυλα. Μα καμμιά τους δεν ήταν η μούσα του, ήταν εντελώς σίγουρος αυτή την φορά.

Πιό πέρα οι κάμπιες άρχισαν να μεταμορφώνονται σε πεταλούδες.


Η αφορμή

( Η έννοια της ημέρας αλλά και της νύχτας προκαλούνται από την περιστροφή της γης )


Θεωρώ κορύφωση της ανθρώπινης δημιουργίας τις όπερες. Στην προσπάθεια να απολαύσω την όπερα απ’ όλες τις πλευρές προσπάθησα να προσεγγίσω την δημιουργία ενός θεατρικού έργου, την δημιουργία ενός διηγήματος και την μετατροπή του σε λιμπρέττο καθώς και την σύνθεση τραγουδιών. Στην προσπάθεια αυτή προέκυψαν τα ποιήματα που θα βρείτε στο παρόν πόνημα.

Δεν αποτελούν φυσικά μιά ενότητα αλλά ένα περίπατο στο χώρο της ποίησης. Σ’ ολόκληρο το χώρο, της ρίμας, του τραγουδιού, του συμπυκνωμένου πεζού.

Γιατί το ένα βοηθάει τ’ άλλο. Γιατί έτσι εκφράζεται καλύτερα και πιό πηγαία αυτό που έχει μέσα του ο δημιουργός, αντί να προπσπαθεί να το εντάξει σε κάποια φόρμα.

Ασχολήθηκα σχεδόν με όλα τα είδη ποίησης. Οι διαφορές στα βασικά είδη είναι μικρές : στο πεζό το πας εσύ, στη ρίμα σε πάει η ομοιοκαταληξία, στο τραγούδι σε πάει η μελωδία που φαντάζεσαι. Ισως όταν σε πάνε να «βγαίνει» πιό προσωπικό από το να το πηγαίνεις εσύ.

Αβυσσος οι σκέψεις του ανθρώπου. Οταν κάποιες μπορέσουν να βγούνε στο χαρτί, νέες ιδέες και συναισθήματα προκαλούνται στους αναγνώστες. Αυτή είναι η προσφορά του ποιητή.




Αντί προλόγου

από το Αλφα έως το Ωμέγα

Αν
Βρεθούν
Γραφιάδες
Δύσπιστοι
Ενώ
Ζωηρές
Ηττοπαθείς
Θρασύτατες
Ιστορίες
Καταγράφεις
Λατρεύοντας
Μια
Νεα
Ξαφνιάζουσα
Ομορφη
Ποίηση
Ρώτα
Σιγά
Τους
Υψηλόφρονες
Φρακοφορεμένους
"Ψάχνεστε
Ωρα ;"


Καλή σας ανάγνωση
gpoint

.

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Αγιοποίηση





Ολα όσα μας άγγιξαν
γεράσανε και γίνανε σιωπή,
όλα όσα ακούσαμε
πετρώσανε στις ζάρες των ματιών μας
κι όλα όσα γευθήκαμε
εικόνες εγενήκανε
βυζαντινές σε άλμπουμ.

Λείπουν μόνο τα σύμφωνα
απ' τα ονόματά μας
δίπλα από τα κεφάλια μας
δεξιά κι αριστερά
τι μόνο τα φωνήεντα
προλάβανε ν' αγιάσουν

Οι γάτες τ' Αϊ Νικόλα

.

Γ. Σεφέρη

Οι γάτες τ' Αϊ Νικόλα

Τὸν δ’ ἂνευ λύρας ὃμως ὑμνωδεῖ
θρῆνον Ἐρινύος
αὐτοδίδακτος ἔσωθεν
θυμός, οὐ τὸ πᾶν ἔχων
ἐλπίδος φίλον θράσος.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ.
 
 
 
 
«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…, μου είπε ο καπετάνιος δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα, «…και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη· λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού. Τρία καρτίνια αριστερά!»  
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο, μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής στον παγωμένον ήλιο κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός. Μη σταθείς ταξιδιώτη. 

«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης. 

…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν, ξέμπαρκος τώρα κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα. Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας αλλοτινές ελεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος. «Τούτη η καμπάνα —μέρα που είναι— μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.
»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας, —σαράντα χρόνια αναβροχιά— ρημάχτηκε όλο το νησί· πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια. Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι, χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου και φαρμακερά. Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα το είχαν τότε
 Αγιοβασιλείτες καλογέροι κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή· τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν. Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη. Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι. Απόδειπνα πάλι η καμπάνα και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε, άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι. Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί. Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι. Ωσάν καράβι καταποντισμένο τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα. 
 Γραμμή! 
Τί να σου κάνουν οι ταλαίπωρες παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα το αίμα το φαρμακερό των ερπετών. Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι». 

«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Πεζοποίηση- το διαφαινόμενο τέλος της ποίησης

Ενα πεζό κομμάτι μπορεί με λίγο κτένισμα σαν ποίημα να προβάλλει...




        Το διαφαινόμενο τέλος της ποίησης


Μέχρι τα τώρα οι ποιητές τον κόσμο οδηγούσαν
απ' τον σοφό τον Ομηρο, τον παιχνιδιάρη Βιάσα 
δίναν ντορό στο πόπολο, του χάραζαν πορεία  
μεσα στις μάχες που έψελναν, αιώνες σαν κυλούσαν.

Με ποιητές αντρώθηκε και μένα η γενιά μου 

παλιούς και νέους που έδιναν απλόχερα τα φώτα 
δεν είχαμε όμως πόλεμο στη πράξη να τα δούμε
κι έτσι εξεχαστήκαμε ράθυμοι στην ειρήνη. 

Ξεχάσαμε να μάθουμε ποιήματα στα παιδιά μας
λόγια σοφά που χάραζαν δρόμους μεσ' στην καρδιά τους
μονάχα πλαίηστέισιον τους δώσαμε και τουίτερ
και τερατώδεις ήρωες που όλα τα μπορούσαν.

Α, ο καιρός των ποιητών παρήλθε και παρήλθε

τόπος δεν έμεινε γι αυτούς, φοβάμαι πια, για πάντα.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Νοέμβρης του 73, Πατησίων και Στουρνάρη

Επί τη τεσσαρακοστή επετείω και μια που ο καθένας ό,τι θυμάται χαίρεται, μια σχετική αναδημοσίευση :

 
Καμιά τριανταριά χρόνια πιο πίσω

Στο στήθος μου η καρδιά δεν ησυχάζει
πάντα ανήσυχη κτυπά
κι’ η μοναξιά σαν την τρομάζει
πίσω στο παρελθόν κοιτά

Σήμερα μούφερε
στη μνήμη μια κυρία
μία κυρία
από τα παλιά

Μου θύμισε τα χρόνια του εβδομήντα
φούστα κοντή κι οξυζενέ μαλλί
το μέρος δεν θυμάμαι που σε είδα
θυμάμαι μόνο ήτανε γιορτή

Θυμάμαι, τέτοια μάτια δεν ξεχνιούνται
βαμμένα με το μπλε του ουρανού
αιώνια σου ορκίστηκα την πίστη
μα δεν θυμάμαι πότε, ούτε που


Μετά κάτι μου είπες, κάτι σου είπα
. που να θυμάμαι τι έγινε μετά
ναι, ήτανε τα χρόνια του εβδομήντα
και τ’ όνομά σου ήταν λευτεριά

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Χαμοπάσα


Η κατολίσθηση

Στον κακοτράχαλο γκρεμό που λένε Χαμοπάσα
χρονιές πολλές παλεύανε να ενώσουν
του δρόμου τις δυο άκριες η μόμα κι οι φαντάροι
με δυναμίτες σπάζοντας τους βράχους σε κομμάτια.

Οι πέτρες κατρακύλαγαν στο επικλινές τοπίο
 και πέφτανε στην θάλασσα με κλάπανο κι αφρό
κι ύστερα διακρινότουσαν, άσπρες μεσ' στο  γαλάζιο
σαν νάτανε ερείπια αρχαϊκού ναού.
Τέλος στοές στεριώσανε, σίδερο και τσιμέντο
για να περνάν τα οχήματα, σαν πόθος στις καρδιές.

Μέρα καλή περάσαμε σε τούτη τη Σελήνη
και νύχτα αλησμόνητη με απόλυτη σιωπή
ακούγοντας τον πιο μικρό τον ήχο που γεννιόταν
όταν την πέτρα σπρώχναμε στην άκρη  του γκρεμού.
Σαν ριζικό ασταμάτητη έφερνε χίλιες βόλτες
χαλίκια παρασέρνοντας μέχρι να φτάσει κάτω
και να φανεί ο πίδακας που' φιαχνε στο νερό.
Υστερα περιμέναμε, ένα, δυο, τρεις αιώνες
μέχρι να φτάσει ο θόρυβος επάνω στον γκρεμό.
Τότε με γέλια και φιλιά, σαν τα μικρά παιδάκια
εψάχναμε ψηλαφητά να βγάλουμε άλλη πέτρα
από το χώμα το σκληρό οπού ήτανε θαμένη
αχόρταγοι για θέαμα, για ήχο, για φιλί.

Οταν οι πέτρες σώθηκαν και στέρεψε το γέλιο
με βάρος στο υπογάστριο κι έρωτα στη ψυχή
στις Χαμοπάσας τους γκρεμούς
δυο ριζικά ενώσαμε
σαν η στοά τους δρόμους.

Κι ήταν η θάλασσα γιαλί, η ατμόσφαιρα καθάρια
τη νύχτα η αγάπη σου, έναστρος ουρανός
κι ένα πουλί, κορυδαλλός, γλυκά να σιγοψέλνει
αντίλαλος τα λόγια σου, που μούλεγες στ΄αυτί

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Στον ίσκιο του χαμόγελού σου

 Στον ίσκιο του χαμόγελού σου
 τραγουδιστό παραμύθι


Στον ίσκιο του χαμόγελού σου
την Κίρκη παίζεις στο νησί της
με τους χαμένους τους συντρόφους
που έγιναν ζώα στην αυλή της

Στον ίσκιο του χαμόγελού σου
χιλιάδες κρύβεις Λαιστρυγόνες
βράχους που τους εκσφενδονίζεις
εδώ και τόσους πιά αιώνες

Στον ίσκιο του χαμόγελού σου
φαντάζεις ίδια Μόνα Λίζα
που έλυσε τα αινίγματά της
και βγήκε έξω απ την κορνίζα

Στον ίσκιο του χαμόγελού σου
δέντρο ολόληρο ανασταίνεις
από τις ρίζες στην κορφή του
χωρίς ποτέ να ξαποσταίνεις

Στον ίσκιο του χαμόγελού σου
ήρθε και κάθησε ένας γρύλλος,
έγινε αμέσως παληκάρι
κι επαληθεύτηκε ο θρύλος





Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Ντον Τζιοβάννι ντι Αραγκόνα

Don Giovanni di Aragona

 più sempre Ernani mi configge in core. 

 Ernani!... Ernani, involami

Οταν το καθάριο  βλέμμα της
πέρασε κάτω απ' τα ρούχα του ληστή
πετάρισε η ψυχή του.

Καθένας την δική του φυλακή, σκέφτηκε
τι πίσω από τα σίδερα, τι με το ζόρι γάμος

Γι' άλλους ο Ερνάνης, ο ληστής, περνιόταν
μα η Ελβίρα ένοιωσε του Δούκα την ψυχή
Ernani, ivolami*, του είπε
Ελβίρα, ινβόλαμι*, αποκρίθηκε

* ιταλικά, σώσε με


Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Ακροστιχίδα



Πρωΐ- πρωΐ σαν ξύπνησα,
Ομορφος όπως πάντα.
Υπνο χορτάτος μπόλικο

Εβαλα και λεβάντα
Ισως τ' απόγευμα βρεθώ
Στο συναπάντημά της-
Αύριο το αργότερο, 
Ιδανική η θωριά της


Βαρέθηκα να περπατώ
Ρωτώντας τ' όνομά της
Εσείς μήπως την είδατε ;

Μύρισα τ' άρωμά της
Απόκριση δεν έλαβα,
Ρόδα που δεν γυρίζει
Ισκιος βαρύς το ψάξιμο
Αμα σε βασανίζει

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η τσίχλα




Και σαν σου τέλειωσε 
ο έρωτας,
τι ;

Εχεις την μπύρα σου
αν πίνεις
και το τσιγάρο σου
αν καπνίζεις


Μόνο
την τσίχλα σου
μην μυρηκάζεις,
μωρό μου

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Στερνή μου γνώση

 Βενάρδος ο ερημίτης


Οσοι στη μοναξιά
ζητήσανε τη γνώση
σαν ερημίτες έφυγαν στερούμενοι τροφής
γυμνοί στα χιόνια των βουνών
και ασκηθήκανε σκληρά
να βρουν τη φώτισή τους

Σαν γυρίσανε -ως έπρεπε- στην πόλη
ρούχα λερά, κορμί σκυμένο
πύρινο βλέμμα κι όλα άσπρα τα μαλιά,
κατάλαβαν με μαύρη απελπισία
στη γνώση πάντα ζήταγαν
να βρουν τη μοναξιά τους

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Το μόνο που έχω να σου δώσω







Πέρα στον κάμπο με τα καλαμπόκια
κόκκινη φαίνεται μέσα στα χόρτα 
ίδια ψυχούλα του βασανισμένου
από τ' απρόοπτα του πεπρωμένου

Λυγάει, κουνιέται με τον αέρα
κλείνει τη νύχτα κι ανοίγει την μέρα
 και χαιρετάει τον ήλιο-αλάνι
το'να της πέταλο πάντα το χάνει

Δεν είναι ρόδο μήτε τουλίπα
ούτε τα λόγια τα άκαρδα που είπα 
και αντηχήσανε πέρα ως πέρα
μα παπαρούνα που γνέφει στην μέρα

 
Μπορεί να έχει μικρή αξία
να είναι εφήμερη κι όχι αιωνία
μα είναι το μόνο που έχω να δώσω
μήπως το χρέος μου το ξεπληρώσω

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Ανεμολόγιον


Από την προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη για την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη


Κι αν ο αέρας φυσά
τη μνήμη μας δεν ξεσκονίζει
ο Απηλιώτης χάθηκε
το ίδιο και ο Λίβας,
λέξεις καινούργιες, πρόσφορες
ανέβηκαν στα χείλη
όπως Λεβάντες και Γαρμπής
και τις παλιές τις διώξαν.

Πουνέντες πια ο Ζέφυρος
κι ο Σκίρωνας, Μαΐστρος
ποιός να θυμάται τον Νοτιά
Οστρια πια τον λένε .
Ο Εύρος, Σιρόκος έγινε
κι ο Μέσης τώρα, Γραίγος
έτσι τον λέγαν οι Ιταλοί
γιατί από μας ερχόταν,

Σαν του Νοτιά του έφαγε
η Οστρια την θέση
μόνος του πια κυρίαρχος
ο αέρας του πελάγου
μοιράζεται το όνομα
με το ιταλικό του :
όταν φυσάει ο Βοριάς
τον λεν και Τραμοντάνα

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Τι είναι το θέρος ;



Μου είπες :
- Τι είναι το θέρος ;

Μια ψυχική ανάταση, ένα μπικίνι ;
ή ένας σκύλος κάτω απ' τον ίσκιο της ελιάς ;

Μην είναι τ' άσπρο συννεφάκι
στον γαλανό τον ουρανό ;
μην δυο λουλούδια ολόξερα ;

Τρεις γλάροι που επιπλέουνε σε θάλασσα καθρέπτη ;

Τέσσερα, παιδάκια τέσσερα που παίζουν τις πιτσίλες ;

Πέντε μερμήγκια σέρνοντας το πτώμα μιας ακρίδας ;

Και μου ξανάπες :
- Τι είναι το θέρος τελικά ;

Σε κοίταξα στα μάτια και στα στήθια

" Εξη μικρά ροδάκινα ! "
Σκέφτηκα λυπημένος.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Η είσοδος στον Παράδεισο





Ω, "έχω τόσα να σου πω"
ακούστηκε να λέει
μα  η σκέψη του παράκουσε
στης μουσικής τη δίψα. 

Κι ύστερα
άγραφο χαρτί
ίδιο 
λαιμός του κύκνου



Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Οι ξένες λέξεις




Όπως μια θαλαμηγός καινούργια,
δυτική στο φρόνημα και στην πορεία
ταχύτατη και στρουμπουλή
που ανοίγει δρόμο στο νερό το πέρασμα της
-και όλα ταλαντεύονται μετά στα απόνερα της-
την πόρτα άνοιξες και μπήκες
στον κήπο που μπορεί και νάταν της Εδέμ.


Αέρας φρέσκος, τρα μοντάνια,
βοριάς με άσπρα προβατάκια
χύθηκε στο κατόπι σου
και μεσοπέλαγα σε βρήκε.

Ούτε που τόνοιωσε το σκαρί σου
.Αγέρωχο συνέχισε την ρότα του
σκορπώντας ειρωνεία και χαμόγελα
και μια γραμμή από νερά στροβιλισμένα
στον έρωτα της έλικας
να σημαδεύει από που είχες περάσει.
Ασήμιζες το ίδιο
όπως το ίχνος του σαλιγκαριού
την ώρα που χαράζει.



Τα δένδρα υποκλίθηκαν στην ομορφιά σου,
τα ζαρζαβατικά τεντώθηκαν στο πέρασμά σου
και τα λουλούδια κλείσανε τα πέταλά τους απ' την ντροπή
-μπορεί κι από την ζήλεια.
 Μετάλαβα σαν από δισκοπότηρο στο στόμα σου
τα σαλιγκάρια τρέξανε να κρύψουνε τη γύμνια τους
Ολος ο κήπος συγκλονίστηκε
απ' τους παλμούς της δόνησης σου

Την ίδια ώρα τα πρώτα φουσκωμένα κύματα του βοριά
συναντήθηκαν με τα απόνερά σου
υπό ορθήν γωνία.
-Σε μια ευθεία πίσω σου-, κροσσοί της συμβολής.
κοιλίαι και εξάρσεις ημιτονοειδώς αρμονικαί
έλαβον χώραν και θέαμα λαμπρόν ενεφανίσθη.
Τοίχος υδάτινος, λευκός εδημιουργήθη-στα τρία μέτρα αψηλός-
και ηκολούθη την σην πορείαν ως αύτη εχαράσσετο
επί της θαλασσίας επιφανείας, πρίν ή υποχωρήσει
εις της βαρύτητος τα κελεύσματα


Υστερα το καράβι πέρασε τον κάβο
και δεν το έβρισκε πια ο βοριάς πλαγιομετωπικώς.
Σηκώθηκες και μάζεψες τα ρούχα σου
ψιθυρίζοντας κάτι στη μητρική σου γλώσσα
μπορεί και νάταν "σ' άγαπώ'"
ποτέ δεν έμαθα αυτές τις ξένες λέξεις


Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Ανακαταμέτρηση

.

 ( αναδημοσίευση προσαρμοσμένη στην επικαιρότητα )

Το αρχικό σχήμα δημοσιεύθηκε Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010, δυστυχώς παραμένει επίκαιρον...


Ανακαταμέτρηση




Μαζί με τα λεφτά
σου τέλειωσαν κι οι συζητήσεις για την πολιτική...
Το πρόσεξες ;

Εδώ δεν έχει δανεικά...
δεν είναι τράπεζα η ιδεολογία
κι' ο άδειος πεπτικός σωλήνας

Το κόλον έντερον
ιατρικώς απόρρητον,
το φι-πι-ά, μεγάλο...

Σου έχει απομείνει μοναχά
η διεθνής επικαιρότης 
ν' αεροβατείς χωρίς χρεοκοπίες
κι ένας καθρέπτης 
λόγια κενά στο μαύρο της οθόνης...

Α, ναι 
και μνήμες των αθλητικών,
 των περασμένων μεγαλείων...

εγγεγραμμένοι...τόσοι
ψήφισαν...τόσοι
έλαβον...τόσα

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Φώτα ναυσιπλοΐας



Σαν πέσει το σκοτάδι
φώτα μικρά κι ασήμαντα,
ενδεικτικές λυχνίες,
όπως τ' αστέρια την νυχτιά
άναρχα ξεπροβάλλουν

γιατί ποτέ δεν νοιάστηκες
το πράσινο φωτάκι
σαν ήταν στην αναμονή
το στερεοφωνικό σου

μήτε ποτέ το κόκκινο,
που παίζει τις ταινίες
πρόσεχες όταν ξάπλωνες 
ο ύπνος να σε πάρει.

Τώρα, με ύπνο δύσκολο
τα βλέπεις και τα δύο,
το κόκκινο ειν' αριστερά
γιατί η βάρκα φεύγει

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Οι...Ούννοι



Τον έκτο μήνα τον καλό
με τις μεγάλες μέρες
εγώ και η αγάπη μου
αλλάξαμε τις βέρες

και χρόνια δέκα, ολόκληρα
σαν πέρασαν και πάλι
Ιούνη ανταλλάξαμε
βέρες με κάποιαν άλλη

Μα ούτε τούτη φύτρωσε
σαν μέντα ή φλησκούνι
οι σχέσεις αλλά και οι καρποί
δεν δένουν τον Ιούνη


Περάσαν άλλα είκοσι
χρονάκια σαν νεράκι
μόνος με  βέρες έμεινα
Ιούνη στο τσαρδάκι

Κι αν του Μαΐου αναφορά
γίνεται για γαϊδούρια
του Ιουνίου αντίστοιχη
είναι για τα μπακούρια !

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Εξι ποτηράκια του λικέρ

 . 


Εξι ποτηράκια του λικέρ
λεπτά και διάφανα
βαλμένα κυκλικά στον δίσκο
καθρεπτίζονται στ' ασήμι του

πιο κάτω, στο μπαράκι 
το μπουκάλι με το λικέρ 
έχει αδειάσει.

Ο,τι ζήσαμε, ζήσαμε
και το καινούργιο λικέρ
ωριμάζει στον ήλιο

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Λορελάϊ (αναδημοσίευση)



Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
χρώμα έχει το 'να του βυθού, της άμμου ώχρα τ’ άλλo
το τρίτο κι’ ομορφότερο, στα χρώματα σου μοιάζει
.
Σαν χελιδόνια φώλιασαν στη φούχτα μου και μείναν
να φέρει το 'να τη χαρά, τ’ άλλο τη νοσταλγία,
το τρίτο και το πιό πιστό, στη μνήμη τη μορφή σου
.
Σαν λουλουδάκια άνθισαν, την ευωδιά απλώσαν
για να μυρίζει γιασεμί και φούλι η νυχτιά μου,
το τρίτο και πιό εύοσμο, το άρωμά σου κλείνει
.
Μα εσύ που πάντα ερχόσουνα στο πλάϊ μου να γείρεις
πού ταξιδεύεις άραγε και στέλνεις τα κοχύλια,
σε ποιούς αλλοτινούς καιρούς τα κύματά σου αφήνεις;
.
Σε περιμένω θε’ να 'ρθείς, να βγεις μέσα απ’ το κύμα
και να στεγνώσεις τις πληγές, γλυκά να τις γιατρέψεις,
ή μήπως και ξεχάστηκες εκεί μακριά στα βάθη...
.
Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
Τρία κοχύλια που κανείς δεν θα μπορεί να κλέψει
Στο ένα έχω τη θάλασσα στο άλλο τον αγέρα
Στο τρίτο, στο πολύτιμο, έχω την θύμησή σου.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Κινηματογράφος

.
(αλήθειες στο σκοτάδι)

Την τελευταία φορά που πήγα σινεμά
χάϊδευα τα μαλλιά σου.
Μάζεψες πέντε γράμματα
απ' τα πολλά των υποτίτλων
μιά λέξη γιά να φτιάξεις,
α-γ-α-π-η

Ποτέ σου δεν την ένοιωσες αλλιώς

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Ερωτικός Απρίλης


Οι στίχοι με μπλέ γράμματα είναι της Λίνας Νικολακοπούλου από το τραγούδι της "Δι' ευχών"

...
...
...σαν τις παλιές αμαρτωλές
που δεν τους στάθηκε αγκαλιά
ούτε κρυψώνα


Η εικόνα πάρθηκε από το http://www.faneromenihol.gr

Υστερα χάϊδεψε ελαφρά τα μαλλιά του και λίγη από την επιδερμίδα του
εκεί στον κρόταφο.
Η μυρουδιά της νεκρανάστασης διέτρεξε όλη την απόσταση
από τα ακροδάκτυλά της μέχρι τον κόρφο της.


Κατάλαβε το τέλος του έρωτα,
ήταν σημάδι αλάθητο


Μόνο τον θάνατο μπόρεσε να νικήσει,
σκέφτηκε,
όχι χωρίς κάποια συγκίνηση.


Υπομονή, σε λίγες μέρες θα αναληφθεί,
είπε από μέσα της και κοίταξε μπροστά, 
στο μέλλον,
το γεμάτο μ' επίδοξους εραστές

                                                                          ...                                                                          
...
...το μαύρο λάδι απ' τη ψυχή
δεν καίει για κάτι που δεν μοιάζει
με ευλογία

                                               Pieta      


MICHEL ANGELUS BONAROTUS FLORENT FACIBAT.
...
...
...δι' ευχών των αγίων που κλαις 
που μπορείς σ' αγαπάω να λες

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Δευτέρα του Μάη


Κάθε πρωΐ πρωτομαγιάς 
σε αναζητώ 
μέσα από άγιες μνήμες 
όπως ένα μπουκέτο,
ένα μπουκέτο λούλουδα 
μα κι άγρια βοτάνια...

Τι είν' η γιορτή, μα κι ο καιρός
το πνεύμα μου όπου φεύγει
απ' το κορμί στην εξοχή
της πιο άγριάς μου νιότης 

Την άλλη μέρα, όταν ξυπνώ
ν' ακολουθήσει θέλει η σαρξ
ενίοτε ασθενούσα...

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Ονειρο από σένα

 Ενα όνειρο από σένα, βελτιωμένη και επηυξημένη έκδοση...

Ενα όνειρο
σταλμένο από σένα
και καλοδιπλωμένο 
σαν χαρτομάντηλο.
ειν' όλα όσα είχα κι έχω
όλα που γίνονται εσύ
.
Σκέψη που να μ' αφήσει δεν μπορεί,
πάντα σ' ένα παγκάκι ξύλινο στο πάρκο
μ' ένα μήλο λειψό, δαγκωμένο
κι' ένα φιλί
πρώτο φιλί στο μάγουλο.

Μετά κενό και τσόφλια λιόσπορο παντού
 .
Πόσο ν’ αντέξω ακόμα, μοναξιά
όλα που είχα κι έχω είναι ένα
και μόνο όνειρο
από εσένα

Σαν όλα έγιναν εσύ
σαν όλα γίναν όνειρο 
μ' αποστολέα  εσένα
ήρθε ένα μέιλ 
στο γιαχού των αισθημάτων
με πρόσβαση
σε όλους ανοικτή 

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Ο κ.Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο

Γ. Σεφέρης

 

1.

Μα τί έχει αυτός ο άνθρωπος;  
Όλο το απόγεμα (χτες προχτές και σήμερα) κάθεται με τα μάτια καρφωμένα σε μια φλόγα
σκόνταψε πάνω μου το βράδυ καθώς κατέβαινε τη σκάλα μού είπε:
«Το κορμί πεθαίνει το νερό θολώνει η ψυχή διστάζει  
κι ο αγέρας ξεχνάει όλο ξεχνάει
μα η φλόγα δεν αλλάζει»
Μου είπε ακόμη:
«Ξέρετε αγαπώ μια γυναίκα που έφυγε ίσως στον κάτω κόσμο·   
δεν είναι γι’ αυτό που φαίνομαι τόσο ερημωμένος  
προσπαθώ να κρατηθώ από μια φλόγα  
γιατί δεν αλλάζει».  
Ύστερα μου διηγήθηκε την ιστορία του.

2. ΠΑΙΔΙ

Όταν άρχισα να μεγαλώνω με βασάνιζαν τα δέντρα
γιατί χαμογελάτε; πήγε ο νους σας στην άνοιξη που είναι  
σκληρή για τα μικρά παιδιά; μ’ άρεσαν πολύ τα πράσινα φύλλα
νομίζω πως έμαθα λίγα γράμματα γιατί το στουπόχαρτο
πάνω στο θρανίο μου ήταν κι εκείνο πράσινο
με βασάνιζαν οι ρίζες των δέντρων όταν μέσα στη ζεστασιά  
του χειμώνα ερχόντανε να τυλιχτούν γύρω στο κορμί μου
δεν έβλεπα άλλα όνειρα σαν ήμουν παιδί·
έτσι γνώρισα το κορμί μου.



3. ΈΦΗΒΟΣ

Το καλοκαίρι στα δεκαέξι μου χρόνια τραγούδησε μια ξένη φωνή μέσα στ’ αυτιά μου  
ήταν θυμούμαι στην ακροθαλασσιά, ανάμεσα στα κόκκινα δίχτυα και μια βάρκα ξεχασμένη στην άμμο, σκελετός  
δοκίμασα να την πλησιάσω τη φωνή εκείνη βάζοντας την ακοή μου πάνω στην άμμο  
η φωνή χάθηκε  μα ένα πεφταστέρι  
σα να ’βλεπα για πρώτη φορά ένα πεφταστέρι
και στα χείλια η αρμύρα του κυμάτου.  
Τη νύχτα εκείνη δεν ήρθαν πια οι ρίζες των δέντρων.  
Την άλλη μέρα ένα ταξίδι ανοίχτηκε μέσα στο νου μου κι έκλεισε πάλι σα ζωγραφισμένο βιβλίο·  
συλλογίστηκα να πηγαίνω κάθε βράδυ στ’ ακρογιάλι  
να μάθω πρώτα τ’ ακρογιάλι κι έπειτα να πάρω το πέλαγο·  
την τρίτη μέρα αγάπησα μια κοπέλα πάνω σε μια κορφή  
είχε ένα άσπρο σπιτάκι σα ρημοκλήσι  
μια γριά μάνα στο παραθύρι με σκυμμένα γυαλιά πάνω σε βελόνες, πάντα σιωπηλή  
μια γλάστρα βασιλικό μια γλάστρα γαρούφαλα  
την έλεγαν νομίζω Βάσω Φρόσω ή Μπίλιω·
έτσι ξέχασα τη θάλασσα.
Μια Δευτέρα του Οχτώβρη  
βρήκα μια σπασμένη στάμνα μπροστά στο άσπρο σπιτάκι  
η Βάσω (για συντομία) φάνηκε μ’ ένα μαύρο 
φουστάνι αχτένιστα μαλλιά και κόκκινα μάτια όταν τη ρώτησα:  
«Πέθανε, ο γιατρός λέει πέθανε γιατί δε σφάξαμε το μαύρο  
κόκορα στα θεμέλια… πού να βρεθεί μαύρος κόκορας  
εδώ πέρα… μονάχα άσπρα κοπάδια… και τα πουλιά  
τα πουλούν μαδημένα στην αγορά».  
Δε φανταζόμουνα έτσι τη θλίψη και το θάνατο έφυγα και ξαναγύρισα στη θάλασσα.   
Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα του «Αϊ-Νικόλα» ονειρεύτηκα μια παμπάλαιη ελιά να δακρύζει.



4. ΠΑΛΙΚΑΡΙ

Ταξίδεψα ένα χρόνο με τον Καπετάν Δυσσέα  
ήμουν καλά  
στην καλοκαιριά βολευόμουνα στην πλώρη πλάι στη γοργόνα  
τραγουδούσα τα κόκκινα χείλια της κοιτάζοντας τα χελιδονόψαρα,   
στη φουρτούνα τρύπωνα σε μια γωνιά στ’ αμπάρι μαζί με το καραβόσκυλο που με ζέσταινε.  
Σα βγήκε ο χρόνος είδα ένα πρωί μιναρέδες
ο ναύκληρος μου είπε: «Είναι η Αγια-Σοφιά, θα σε πάω το βράδυ στις γυναίκες».
Έτσι γνώρισα τις γυναίκες που φορούν μονάχα κάλτσες
εκείνες που διαλέγουμε, μάλιστα.
Ήταν ένας περίεργος τόπος  
ένα περιβόλι με δυο καρυδιές μια δράνα ένα πηγάδι  
τριγύρω ο τοίχος με σπασμένα γυαλιά στην άκρη
ένα αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».  
Τότες είδα για πρώτη μου φορά μια καρδιά  
τρυπημένη με τη γνωστή σαΐτα  
ζωγραφισμένη στον τοίχο με κάρβουνο.  
Είδα τα φύλλα της κληματαριάς 
κίτρινα πεσμένα χάμω ]
κολλημένα στις πλάκες στη φτωχή λάσπη  
κι έκανα ένα βήμα να πάω πίσω στο καράβι.
Τότες ο ναύκληρος μ’ άρπαξε από το γιακά και με πέταξε μέσα στο πηγάδι·
το ζεστό νερό και τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα…  
Έπειτα το κορίτσι μού είπε παίζοντας απρόσεχτα με το δεξί του στήθος:  
  «Είμαι από τη Ρόδο, με αρρεβώνιασαν 13 χρονώ για 100 παράδες».
Και τ’ αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».  
Θυμήθηκα τη σπασμένη στάμνα μέσα στο δροσερό απομεσήμερο και συλλογίστηκα·  
«Θα πεθάνει κι αυτή, πώς θα πεθάνει;»  
Της είπα μονάχα   
«Πρόσεξε θα το χαλάσεις είναι η ζωή σου».  
Το βράδυ στο καράβι δε βάσταξα να σιμώσω τη γοργόνα, τη ντρεπόμουνα.



5. ΆΝΤΡΑΣ

Από τότες είδα πολλά καινούρια τοπία· 
πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, 
τον άνθρωπο με το σπόρο, 
μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία· πλατάνια και έλατα· 
λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους 
γιατί έχασαν τη φωνή τους — σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφός μου, 
ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, 
καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, 
και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, 
σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ
Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα· τη θαύμαζε πολύς λαός. 
Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου
Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο
Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη
σ’ ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. 
Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του  
μ’ ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι.
Αυτός ο κύριος της «Αναγέννησης» μ’ έμαθε 
να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία…
 
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.  
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.  
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.  
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.  
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.  
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

 
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τί δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τί κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τί μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει· α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούργιο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα· ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τί πρέπει να πω ή τί πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα ’ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ’ έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.

 
Ποιός θα μας βοηθούσε; Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μού έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι, που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπαχτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σ’ όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν’ ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ’ ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιληθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πώς είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου…

 
Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνουνται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούριος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.

 
Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο.
 
Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932


 

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Σταβέντο

Sotto vento


Αναζητώντας σύνδεση
του υπολογιστή
μια που δεν με συνδέσανε
σε ίντερνετ γραμμή
εβγήκα με το λάπτοπ μου
να ψάξω στην αυλή
μήπως πετύχω γείτονος
ελεύθερη γραμμή

Το σήμα ήταν αδύνατο
έψαχνα για κρεσέντο
και βρήκα το πιο ισχυρό
εκει που ήταν σταβέντο
σε μια γωνιά του μπαλκονιού
κλεισμένη πέρα ως πέρα
σταφύλια κι' αμπελλόφυλα
να κόβουν τον αέρα

Σταβέντο είν’ το υπήνεμον
Σε γλώσσα ναυτική
Και σόττο βέντο λέγεται
Εις την ιταλική

Αντιστοιχεί στη μια μεριά
σε πλοία ή σε νησιά
Η άλλη λέγεται σοφράν
Όπου ο άνεμος φυσά

Ω καταιγίδες μπόλικες
Υπήρξαν στην ζωή μου
Και σε σταβέντο θάθελα
Ν’ αράξει η ψυχή μου

Ποιος ξέρει αν η μοίρα μου
Απόψε δεν θα αλλάξει
Και σε σταβέντο στεριανό
Καφέ θα με κεράσει

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Περίπατος




"ποιητής"......ποιητής......άλλος ποιητής....




 

Πίσω από τον Ερωτα

βαθιά μέσα στο δάσος


είναι τα μάτια


της αθώας νύχτας

Νύχτα είναι μιά κατάσταση στη Γη, της αιώνιας μέρας στο Διάστημα."

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Πληγή


Στο' πα, μωρό μου, όλα ο άντρας τα μπορεί
-κι' ας λες πως τα βουνά είναι αιώνια-
μες' στην καρδιά τους να χαράξει μια πληγή
που για να κλείσει δεν την φτάνουν χίλια χρόνια

Τα σωθικά τους τα λευκά κι' εμπορικά
να εξορύσσει συνεχίζει με μανία
νιπτήρες, τάφους και μαρμάρινα λουτρά
μα και προσθήκες στην πεζή την τοιχοποιΐα

Και πριν μου πεις πως με το ίδιο υλικό
βγήκε η μαγεία των εξαίσιων πραγμάτων
σίγουρα ο τρόπος της εξόρυξης, θα πω,
ειν΄η αιτία περιφήμων αγαλμάτων

Αλλο ειν' ν' ανοίξεις μια υπόγεια στοά
κι από τα έγκατα το μάρμαρο να βγάζεις
και άλλο να φιάχνεις λατομείο ανοιχτό
και με το σκάψιμο την Φύση να βιάζεις

Κι' αν ο Μωάμεθ πήγε ο ίδιος στο βουνό
- όταν στο κάλεσμα αρνήθηκε να σπεύσει-
κουράστηκε ίσως απ' τον δρόμο τον πολύ
και την πληγή του ξέχασε να θεραπεύσει.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ονειρο (προ)θερινης νυκτός





 

Τώρα που το μυρίζομαι, έρχεται καλοκαίρι
θα ήθελα μιά σύντροφο ή πως το λένε, ταίρι
μαζί της να αράζαμε σ' ένα ωραίο μέρος
και φίνα να τη βγάζαμε-αδιάφορον ο έρως

Αντάμα να την βρήσκαμε σε μιά βραχονησίδα
απ΄τις πολλές που βρίσκονται στη τοπική πατρίδα
κολύμπι, ξάπλα, ψάρεμα ολόκληρη τη μέρα
το βράδυ βόλτα στο χωριό και στο δασάκι πέρα

Δεν είμαι πολύ δύσκολος αν τάχα θα μ' αρέσει
φτάνει γλυκό το πρόσωπο και δακτυλίδι μέση
σημάδι πως το πνεύμα της θα είναι ζωηρό
και πως λατρεύει σίγουρα το αλμυρό νερό

Τη τέχνη νάχει γιά ν' ακούει όλες τις ιστορίες
που τραγουδούν τα κύματα στις βραχοπαραλίες
ελεύθερα να διηγηθεί τα όσα στη ζωή της
εγνώρισε πριν γητευθεί από το ποιητή της

Κι' όταν δεν θέλει να μιλά, να έρχεται η σειρά μου
ν' ακούει γιά τα σώψυχα που έχω στη καρδιά μου
να της διηγούμαι έμμετρα και παραστατικά
όλες τις εμπειρίες μου και τα διαφυσικά

Να μην ανοίγει τη τιβί, ούτε εφημερίδες
μονάχα εκεί στου ίντερνετ τις έντεχνες σελίδες
μιά βόλτα επιβάλλεται γιά νάχουμε επαφή
να ξέρουμε τη κίνηση, τη λογοτεχνική

Ω, τούτο να συνέβαινε, εμού του ταλαιπώρου
θα ήμουν στον παράδεισο, μέχρι του φθινοπώρου!

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Ομόηχα μα διαφορετικά




Αδω, άδεις
στη γένεση και στη χαρά
μα και στο φως της μέρας

αλλά  

άδω, Αδης
στη σκοτεινιά, στη συμφορά
και στης ζωής το πέρας



Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Η γάτα



Καμιά φορά, άμα σου τύχει ν' ακούς
μέσα στην ησυχία του όρθρου
κει, κάτω από την καρέκλα σου
γουργούρισμα γάτας ευτυχισμένης
μην το νομίσεις.

Την εξημέρωση των ζώων
δεν κατέχεις
γιατί σε διάλεξε αυτή και όχι εσύ
κι εξάσκησε απάνω σου τέχνη καλή,
πως ημερώνονται οι ανθρώποι.

Θα πάρει χρόνια να το νοιώσεις
πως μεγαλύτερη σκλαβιά
είναι το νάσαι αφέντης