Εναλλακτικές λύσεις !!

Αν προτιμάτε τα πεζά μπορείτε να βρείτε κείμενα της καθημερινότητας στο www.gerimitiis.blogspot.com
και πεζά-διηγήματα στο
www.gpointsnovel.blogspot.com

.

Τι δεν είναι και τι είναι η ποιηματοποίηση ;


Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.

Εισαγωγή



Ποίηση


πρέπουσα και αρμόζουσα

που να κυλάει φυσικά και όχι παραφύσει


αισθαντική και έμμετρη

σατιρική και πρόζα

και ελαφρά και λόγια




Η τοποθέτησή μου
( Αιώνιος Αχιλλεύς )



Από την ραψωδία Ι της Ιλιάδας, αιώνια επίκαιρον εις τον κοινωνικόν και διαδικτυακόν κόσμον


χρή μεν δε τον μύθον απηλεγέως αποειπείν,
ήιπερ δε φρονέω τε και ως τετελεσμένον έσται,
ως μη μοι τρύζητε παρήμενοι άλλοθεν άλλος.
εχθρός γαρ μοι κείνος ομώς Αΐδαο πύληισιν
ός χ' έτερον μεν κεύθη ενί φρεσίν, άλλο δε είπηι .
αυτάρ εγών ερέω ως μοι δοκεί είναι άριστα·

ίσια θα ειπώ και καθαρά την ομιλίαν όλην,
καθώς φρονώ και ασάλευτη θα μείν’ η θέλησίς μου,
ώστε να μην προσκλαίεσθε καθήμενοι σιμά μου.
Ότι μου είναι μισητός, όσο του Άδ’ οι πύλες,
κείνος που κρύβει άλλο στον νουν και άλλο στο χείλος έχει.
Και ό,τι εγώ κρίν’ ορθότερον θα ειπώ

Μετάφραση Ι. Πολυλά



Η αιτία (Παμμήτωρ Νυξ)


Οι ποιητές γεννιώνται νύχτα.

Ακόμη και οι ποιητές των όλων...


Την ειδε. Γύρισε το κεφάλι του στον ουρανό και την είδε. Αρχικά δεν το πίστευε, μα ούτε και μετά το πίστευε πάλι! Αρχικά γιατί δεν το περίμενε και μετά γιατί δεν ήταν όπως την περίμενε.

Η έμπνευση του, η μούσα του πετούσε ανάμεσα στ’ αστέρια...

Οχι σαν διαστημόπλοιο, όχι σαν άγγελος μα σαν γριά μάγισσα επάνω σε σκουπόξυλο. Και όσο έβλεπε καλύτερα τα ξεβαμμένα της μαλλιά, τα μισοτριμμένα της ρούχα, το θλιβερό καπέλλο, τα ξυπόλητα πόδια τόσο πιο σίγουρος αιαθανότανε πως δεν είχε γελαστεί. Αυτή ήταν, του άρεσε-δεν του άρεσε, αυτή ήταν η μούσα του.

Το μόνο που δεν καταλάβαινε ήταν αυτό το μικρό σπιτάκι στην άκρη του κονταριού της σκούπας. Ηταν ένα μικρό σπιτάκι με μιά μικροσκοπική αυλίτσα και εκεί δυό ακόμα πιό μικροσκοπικά ανθρωπάκια να παλεύουνε και να βγάζουνε τα μάτια τους. Κοιτώντας πιό καλά τους αναγνώρισε ήταν ο ρίτσος κι’ ο καβάφης που παλεύανε ποιος θ’ ανεβεί πρώτος στο κυπαρίσσι της αυλής.

Οι κάμπιες κατηφορίζανε ήδη από αυτό και διέσχιζαν τα πράσινα πλακάκια της αυλής γυρεύοντας λίγο χώμα. Το φεγγάρι του ουρανού έγινε το φεγγάρι της μικρής αυλής, προσαρμόστηκε στον καινούργιο του ρόλο, τ’ αστέρια συμπυκνώθηκαν κι’ έλαμψαν ακόμη περισσότερο στον μικρούλη ουρανό της αυλής. Ηταν μια όμορφη εικόνα αλλά η μούσα του δεν φαινόταν πια. Σύννεφα κάλυψαν τον υπόλοιπο ουρανό, το σπιτάκι άρχισε να φαίνεται σαν φάτνη κι΄ο ρίτσος με τον καβάφη σαν δυό μικροί χριστούληδες. Υπήρχαν πολλά άσπρα προβατάκια τριγύρω κι’ ενα μικρό μαύρο αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Ισως να υπήρχε κι’ ένας γάϊδαρος, δεν φαινότανε καλά - ήταν πολύ χοντροί οι μάγοι. Γύρω γύρω από τη φάτνη όμως δεν πετούσαν αγγελάκια αλλά μικρές μάγισσες με σκουπόξυλα. Μα καμμιά τους δεν ήταν η μούσα του, ήταν εντελώς σίγουρος αυτή την φορά.

Πιό πέρα οι κάμπιες άρχισαν να μεταμορφώνονται σε πεταλούδες.


Η αφορμή

( Η έννοια της ημέρας αλλά και της νύχτας προκαλούνται από την περιστροφή της γης )


Θεωρώ κορύφωση της ανθρώπινης δημιουργίας τις όπερες. Στην προσπάθεια να απολαύσω την όπερα απ’ όλες τις πλευρές προσπάθησα να προσεγγίσω την δημιουργία ενός θεατρικού έργου, την δημιουργία ενός διηγήματος και την μετατροπή του σε λιμπρέττο καθώς και την σύνθεση τραγουδιών. Στην προσπάθεια αυτή προέκυψαν τα ποιήματα που θα βρείτε στο παρόν πόνημα.

Δεν αποτελούν φυσικά μιά ενότητα αλλά ένα περίπατο στο χώρο της ποίησης. Σ’ ολόκληρο το χώρο, της ρίμας, του τραγουδιού, του συμπυκνωμένου πεζού.

Γιατί το ένα βοηθάει τ’ άλλο. Γιατί έτσι εκφράζεται καλύτερα και πιό πηγαία αυτό που έχει μέσα του ο δημιουργός, αντί να προπσπαθεί να το εντάξει σε κάποια φόρμα.

Ασχολήθηκα σχεδόν με όλα τα είδη ποίησης. Οι διαφορές στα βασικά είδη είναι μικρές : στο πεζό το πας εσύ, στη ρίμα σε πάει η ομοιοκαταληξία, στο τραγούδι σε πάει η μελωδία που φαντάζεσαι. Ισως όταν σε πάνε να «βγαίνει» πιό προσωπικό από το να το πηγαίνεις εσύ.

Αβυσσος οι σκέψεις του ανθρώπου. Οταν κάποιες μπορέσουν να βγούνε στο χαρτί, νέες ιδέες και συναισθήματα προκαλούνται στους αναγνώστες. Αυτή είναι η προσφορά του ποιητή.




Αντί προλόγου

από το Αλφα έως το Ωμέγα

Αν
Βρεθούν
Γραφιάδες
Δύσπιστοι
Ενώ
Ζωηρές
Ηττοπαθείς
Θρασύτατες
Ιστορίες
Καταγράφεις
Λατρεύοντας
Μια
Νεα
Ξαφνιάζουσα
Ομορφη
Ποίηση
Ρώτα
Σιγά
Τους
Υψηλόφρονες
Φρακοφορεμένους
"Ψάχνεστε
Ωρα ;"


Καλή σας ανάγνωση
gpoint

.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Τραγούδια

Λορελάϊ
(νεράϊδα)

Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
χρώμα έχει το 'να του βυθού, της άμμου ώχρα τ’ άλλo
το τρίτο κι’ ομορφότερο, στα χρώματα σου μοιάζει

Σα χελιδόνια φώλιασαν στη φούχτα μου και μείναν
να φέρει το 'να μια χαρά, τ’ άλλο τη νοσταλγία,
το τρίτο και το πιό πιστό, στη μνήμη τη μορφή σου

Σα λουλουδάκια άνθισαν, την ευωδιά απλώσαν
για να μυρίζει γιασεμί και φούλι η νυχτιά μου,
το τρίτο και πιό εύοσμο, το άρωμά σου κλείνει

Μα εσύ που πάντα ερχόσουνα στο πλάϊ μου να γείρεις
πού ταξιδεύεις άραγε και στέλνεις τα κοχύλια,
σε ποιούς αλλοτινούς καιρούς τα κύματά σου αφήνεις;

Σε περιμένω θε’ να 'ρθείς, να βγεις μέσα απ’ το κύμα
και να στεγνώσεις τις πληγές, γλυκά να τις γιατρέψεις,
ή μήπως και ξεχάστηκες εκεί μακριά στα βάθη...

Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
Τρία κοχύλια που κανείς δεν μπόρεσε να κλέψει
Το ένα είναι η θάλασσα και τ' άλλο ο αγέρας
Το τρίτο, το πολύτιμο, τόσο πολύ δικό μου .



Eπίκαιρον

Που’σουν παιδί μου λατρευτό
Με τα θλιμμένα μάτια και τη βραχνή φωνή ;
- Ταξίδεψα και άγγιξα τα στιχοτόπια εκείνα
στη χώρα των ανέμων
Τα φρικαλέα αιμοσταγή, τις σκοτωμένες λέξεις
Των μολυσμένων ποιητών και των συνοδοιπόρων.
Πέρασα όρη και γκρεμούς και τεχνητά λιμάνια
Μα ζωντανό τίποτε πιά πάνω τους δε σαλεύει

Τι είδες παιδί μου λατρευτό
Με τα θλιμμένα μάτια και τη βραχνή φωνή ;
- Είδα δασκάλους έμπυους και καλοβολεμένους
το μίσος τους να βγάζουν
Σε χώρους ακατοίκητους μπερδεύοντας τις λέξεις
Το προϊόν τους να πωλούν σ’ ομότεχνους αγύρτες
Εμποροι λόγων και γραπτών κι’ ευνοϊκών σχολίων
Κι’ όλοι μαζί να υμνολογούν ότι τους καταστρέφει

Τι άκουσες παιδί μου λατρευτό
Με τα θλιμμένα μάτια και τη βραχνή φωνή ;
- Ακουσα ψιθυρόφωνους σωστά να λένε λόγια
σα να ντρεπότουσαν γι’ αυτό
Με στόμφο τα σκεπάζανε οι συνεννοημένοι
Χαρτιά, πτυχία φέροντες και δόξαν εγκαθέτων
Κραυγές κοράκων, υαινών, απόηχος της ζούγκλας
Και χερουβείμ σατανικά να βγάζουν το ψωμί τους

Ποιους γνώρισες παιδί μου λατρευτό
Με τα θλιμμένα μάτια και τη βραχνή φωνή ;
- Γνώρισα ανθρώπους βρώμικους με καθαρά τα ρούχα
βενζίνα πάνω στο λεκέ
Ενα να λένε στη στιγμή κι’ αντίθετα να πράττουν
Μνήμη θολή στο όνομα μιάς κάποιας συμφωνίας
Λιβανιστές και υμνητές της κάθε εξουσίας
Γυναίκες να εμπορεύονται τα θέλγητρα της φύσης

Που πας παιδί μου λατρευτό
Με τα θλιμμένα μάτια και τη βραχνή φωνή ;
- Κινώ για’ κεί που η οχλοβοή και η οσμή δεν φτάνει
τον ήλιο να σκεπάσει
Μέσα στο δάσος θα χωθώ και πίσω του θε’ νάβρω
Νησί στη μέση τ’ ωκεανού αραιά κατοικημένο
Από τη κίτρινη βροχή να φύγω, να γλυτώσω
Μέχρι να βγει στον ουρανό ξανά τ’ όμορφο τόξο







Ο Μπάρμπας και η μπέμπα

Ενας μπάρμπας στα πενήντα
τι να κάνει ο φτωχός ;
το παλεύει και ακούει
ότι λέει ο γιατρός

Εχει η ζωή τα κάτω της
μα έχει και τα πάνω
άλλος πετάει με γάϊδαρο
κι' άλλος μ' αεροπλάνο

Τού 'τυχε λοιπόν λαχείο
το παλιό, των συντακτών
που προβλήματα σου λύνει
εις το πείσμα των καιρών

Γνώρισε μιά μπέμπα άλλη
με κορμί που φέρνει ζάλη
όποιο μπάρμπα συναντούσε
πέντε μήνες τον κρατούσε

Ολα τάδινε στο τζάμπα
δεν τη νοιάζανε τα φράγκα
τη ζωούλα της γλεντούσε
κι' εμπειρίες αποκτούσε

Εκανε καλή παρέα
στη Γλυφάδα, στο Καρέα
με το μπάρμπα εκδρομούλες
σε λιμνίτσες και ραχούλες


Ηξερε τη γυναικούλα
που ο μπάρμπας απατούσε
ούτε να χωρίσει τούπε
ούτε χρήματα ζητούσε

Μα σαν πέρασαν οι μήνες
-είδες πως περνάει ο καιρός ;-
τούπε τώρα μπάρμπα τέλος
άλλος από 'δω και μπρος

Μα ο μπάρμπας ο καϋμένος
κι' άλλο ήθελε να ζήσει
και τη μπέμπα προσπαθούσε
μήπως και τη μεταπείσει

Οχι μπάρμπα σου το είπα
πέντε μήνες ειν' αυτοί
φύλαξε τους να τους έχεις
βάλσαμο για τη ψυχή


Κυριακή, 15 Απριλίου 2007

Το...άλλο Πάσχα του Δημοσίου Υπαλλήλου


Χρόνια ήσουν συνάδελφος στο ίδιο το γραφείο
Απέναντι καθόσουνα στη γραφομηχανή
Και το μυαλό μου δούλευε πως θα σε κατακτήσω
Μα γιά να συζητήσουμε δεν έβρισκα αφορμή

Δεμένα κώτσο τα μαλλιά, και σοβαρό το ύφος
Μπλούζα κλειστή, φούστα στενή. μυωπικά γυαλιά
Και μία θηλυκότητα από παντού να βγαίνει
Τα πλήκτρα σου σαν χάϊδευες, με δάκτυλα λεπτά

Ητανε τότε μιά φορά που κόπηκε το ρεύμα
Στο ασανσέρ βρεθήκαμε μονάχοι μας οι δυό
Στα μάτια κοιταχτήκαμε μου είπες πως με θέλεις
Ούτε στιγμή δεν πρόλαβα να σου αντισταθώ

Σαν το λιοντάρι που ορμά τις σάρκες να ξεσκίσει
Γυναίκα που ενόμιζε τον εαυτό της, άντρα
Πρωτοβουλίες μόνο εσύ, αντίδραση καμμία
Με διέλυσες, με έκανες κομπολογιού σου χάντρα

Τώρα παίζεις ανήξερη, με χαμηλά τα μάτια
Ποτέ δεν ξαναμίλησες, όλο με αγνοείς
Εστριψες τη καρέκλα σου, φάτσα να μη με βλέπεις
Και διέδωσες στις φίλες σου πως δεν με συμπαθείς

Και περιμένω ο φτωχός μιά διακοπή στο ρεύμα
Μα τη κατάλληλη στιγμή, μέσα στο ασανσέρ
Στα μάτια πάλι να με δείς, και γώ να σε κοιτάξω
Ξανά ν’ανάψεις και μετά .., ας κάψω το μοτέρ


Pρωτοδημοσιεύθηκε στο www.logokipos.gr την 15-04-07

1 comments:



Ανώνυμος είπε...
Απόκριση από monias Μ' ένα σημάδι στο λαιμό κι ένα στα χείλη απάνω εσύ κερδίζεις μια καρδιά μα εγώ το νου μου χάνω.
Του μπάνιου το σφουγγάρι


Κάθε φορά που κάνει μπάνιο
και μοναχή της τραγουδά
τρίβει το σώμα της το ουράνιο
με το σφουγγάρι που κρατά

Να ! το σφουγγάρι μπαινοβγαίνει
μέσα στο ευωδιαστό νερό
κι' από το δέρμα της ξεπλένει
ότι είν' επάνω του λερό

Στου σφουγγαριού μιά τρύπα νάχα
μιά θέση- εικόνα μαγική
κι' από κει νάβλεπα μονάχα
το θεϊκό της το κορμί

Κι' όπως με χάρη καθαρίζει
μέρη απόκρυφα....να,νά
θα πεταγόμουν απ' την τρύπα
και θα..να,νά να,νά να,νά !

Σ' 'οσους λοιπόν παρεξηγούνε
αυτά τα λίγα θα τους πω
απ' το σφουγγάρι θα βρισκόμουν
εις του αφτιού της τον λωβό

Λόγια γλυκά να ψιθυρίσω
λόγια που λέγονται στ' αφτί
πως πάντα θέλω να...να,να ήσω
όταν στο μπάνιο κελαϊδεί "